Ιάσιο

 

 

Το Ιάσιο είναι η μεγαλύτερη πόλη της ανατολικής Ρουμανίας και έδρα του ομώνυμου νομού. Ευρισκόμενο στην ιστορική περιοχή της Μολδαβίας το Ιάσιο είναι ανέκαθεν ένα από τα κύρια κέντρα της κοινωνικής, πολιτιστικής, ακαδημαϊκής και καλλιτεχνικής ζωής της Ρουμανίας. Η πόλη ήταν πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Μολδαβίας από το 1564 ως το 1859, των Ενωμένων Πριγκιπάτων Μολδαβίας και Βλαχίας από το 1859 ως 1862 και της Ρουμανίας από το 1916 ως το 1918. Απετέλεσε σπουδαίο ελληνικό πνευματικό κέντρο στη περίοδο της τουρκοκρατίας και η συμβολή του στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 υπήρξε μεγάλη.

Γνωστό ως Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ρουμανίας, το Ιάσιο αποτελεί σύμβολο στη Ρουμανική ιστορία. Ο ιστορικός Νικολάε Γιόργκα έχει δηλώσει "Δεν θα έπρεπε να υπάρχει Ρουμάνος που να μη το γνωρίζει". Αναφερόμενο ακόμη ως Πρωτεύουσα της Μολδαβίας το Ιάσιο είναι το κύριο οικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο του τμήματος της Μολδαβίας που ανήκει στη Ρουμανία.

Με την απογραφή του 2015 η κυρίως πόλη είχε πληθυσμό 357.192, που την καθιστά τη δεύτερη πολυπληθέστερη πόλη της Ρουμανίας, ενώ με 464.711 κατοίκους, η αστική περιοχή του Ιασίου ήταν η δεύτερη πολυπληθέστερη της Ρουμανίας (μετά το Βουκουρέστι), ενώ πάνω από 500.000 άνθρωποι ζουν στην περιαστική της περιοχή. Στεγάζοντας το παλαιότερο Ρουμανικό πανεπιστήμιο και το πρώτο πολυτεχνείο, το Ιάσιο είναι ένα από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά και ερευνητικά κέντρα της χώρας, με πάνω από 60.000 φοιτητές σε 5 δημόσια πανεπιστήμια. Η κοινωνική και πολιτιστική ζωή περιστρέφεται γύρω από το Εθνικό Θέατρο Βασίλε Αλεξάντρι (το παλαιότερο στη Ρουμανία), την Κρατική Φιλαρμονική της Μολδαβίας, το Τιτιράσι Ατενέουμ, ένα διάσημο Βοτανικό Κήπο (τον παλαιότερο και μεγαλύτερο στη Ρουμανία), την Κεντρική Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη (την παλαιότερη στη Ρουμανία), τα υψηλής ποιότητας πολιτιστικά κέντρα και φεστιβάλ και μια σειρά μουσείων, κατοικιών-μνημείων και θρησκευτικών και ιστορικών μνημείων.

Ιστορία

Αρχαιότητα και Μεσαίωνας

Αρχαιολογικές έρευνες μαρτυρούν την παρουσία ανθρώπινων κοινοτήτων στη θέση της σημερινής πόλης και γύρω από αυτό ήδη από την προϊστορική εποχή. Μεταγενέστεροι οικισμοί είναι εκείνοι του πολιτισμού Κουκουτένι-Τρυπίλλια, ύστερου Νεολιθικού αρχαιολογικού πολιτισμού. Στην περιοχή του Ιασίου υπάρχουν αρχαιολογικές μαρτυρίες ανθρώπινων οικισμών από τον 6ο ως τον 7ο (Curtea Domnească) και από τον 7ο ως το 10ο αιώνα. Οι οικισμοί αυτοί περιείχαν ορθογώνια σπίτια με ημικυκλική φούρνους. Επίσης πολλά σκεύη (9ος-11ος αιώνας) που βρέθηκαν στο Ιάσιο έφεραν σταυρούς, φανερώνοντας ότι οι κάτοικοι ήταν Χριστιανοί.

Το όνομα της πόλης βρίσκεται πρώτη φορά σε έγγραφο το 1408. Πρόκειται για παραχώρηση ορισμένων εμπορικών προνομίων από τον Πρίγκιπα της Μολδαβίας Αλέξανδρο στους Πολωνούς εμπόρους του Λβόφ. Εντούτοις καθώς ακόμη υπάρχουν κτίρια προγενέστερα του 1408, π.χ. η Αρμενική Εκκλησία που πιστεύεται ότι χτίστηκε το 1395, είναι βέβαιο ότι η πόλη προϋπήρχε της πρώτης αναφοράς της.

Πρωτεύουσα της Μολδαβίας

Γύρω στα 1564 ο Πρίγκιπας Αλεξάντρου Λιπουσνεάνου μετέφερε την πρωτεύουσα της Μολδαβίας από τη Σουτσεάβα στο Ιάσιο. Μεταξύ 1561 και 1563 ο Ελληνας τυχοδιώκτης Πρίγκιπας Ιωάννης Ιάκωβος Ηρακλείδης ίδρυσε ένα σχολείο και μια Λουθηρανική εκκλησία.

Το 1640 ο Βασίλε Λούπου ίδρυσε το πρώτο σχολείο όπου η μητρική γλώσσα αντικατέστησε την Ελληνική και ένα τυπογραφείο στο Βυζαντινύ ρυθμού Μοναστήρι των Τριών Ιεραρχών (χτίστηκε 1635–39), ενώ το 1643 εκδόθηκε στο Ιάσιο ο πρώτος τόμος στη Μολδαβία. Το 1642 ο Βασίλε Λούπου συγκάλεσε τη Σύνοδο Ιασίου με την οποία καταδικάστηκε η Ομολογία του Κυρίλλου Λούκαρη που περιελάμβανε καλβινικές δοξασίες. Το 17ο αιώνα ο Ηγεμόνας Γρηγόριος Β΄ Γκίκας ανακαίνισε την πόλη με πολλά δημόσια κτίρια και εκκλησίες κατασκευάζοντας για πρώτη φορά δίκτυο ύδρευσης. Επί ηγεμονίας του διαδόχου του Γρηγορίου Γ΄ Γκίκα το Ιάσιο έφθασε στη λαμπρότερη ακμή του.

Η πόλη πυρπολήθηκε από τους Τατάρους το 1513, από τους Οθωμανούς το 1538 και από Ρωσικά στρατεύματα το 1686, ενώ το 1734 επλήγη από πανώλη.

Με τη Συνθήκη του Ιασίου τερματίστηκε ο έκτος Ρωσοτουρκικός πόλεμος το 1792. Κατά το νεότερο μακρύ πόλεμο που τερματίσθηκε το 1812 το Ιάσιο καταλήφθηκε από τους Ρώσους. Το 1844 εξερράγη σοβαρή πυρκαγιά.

Συμβολή στην Ελληνική Επανάσταση

Το Ιάσιο στην Ιστορία είναι γνωστό σαν το μέρος που διάλεξε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης για να κηρύξει την επανάσταση των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων στις 24 Φεβρουαρίου του 1821. Στα χρόνια που η Ελλάδα και τα Βαλκάνια ανήκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία, το Ιάσιο ήταν ένα απ' τα κέντρα του ελληνισμού και μάλιστα της Φιλικής Εταιρείας. Γι' αυτό και ο Υψηλάντης το θεώρησε κατάλληλο ν' αρχίσει την Επανάσταση από την πόλη αυτή, αλλά η αδιαφορία των μεγάλων της Ρωσίας και η απειρία του στρατού του οδήγησαν το κίνημα αυτό σε αποτυχία και σφαγή των συμπολεμιστών του.

Από τα μέσα του 19ου στον 20ό αιώνα

Μεταξύ 1564 και 1859 η πόλη ήταν πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στη συνέχεια μεταξύ 1859 και 1862 τόσο το Ιάσιο όσο και το Βουκουρέστι ήταν ντε φάκτο πρωτεύουσες των Ενωμένων Πριγκιπάτων της Μολδαβίας και της Βλαχίας. Το 1862, όταν η ένωση των δύο πριγκιπάτων αναγνωρίσθηκε με το όνομα Ρουμανία η εθνική πρωτεύουσα ορίστηκε το Βουκουρέστι. Για την απώλεια που προκκήθηξε στην πόλη το 1861 από τη μετακίνηση της έδρας της κυβέρνησης στο Βουκουρέστι η συντακτική συνέλευση ψήφισε την καταβολή 148.150 λέου σε δέκα ετήσιες δόσεις, πράγμα που δεν έγινε ποτέ.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Ιάσιο ήταν πρωτεύουσα μιας σημαντικά μειωμένης Ρουμανίας για δύο χρόνια, μετά την κατάληψη του Βουκουρεστίου στις 6 Δεκεμβρίου 1916 από τις Κεντρικές Δυνάμεις. Η πρωτεύουσα επέστρεψε στο Βουκουρέστι μετά την ήττα της Γερμανίας και των συμμάχων της το Νοέμβριο του 1918. Το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 1918 το Ιάσιο φιλοξένησε την αντι-Μπολσεβικική Διάσκεψη του Ιασίου.

Εβραϊκή κοινότητα

Το Ιάσιο επίσης ξεχωρίζει στην ιστορία των Εβραίων, με την πρώτη τεκμηριωμένη παρουσία Σεφαρδιτών Εβραίων από τα τέλη του 16ου αιώνα. Η παλαιότερη επιτύμβια επιγραφή στο τοπικό νεκροταφείο χρονολογείται πιθανόν από το 1610. Στα μέσα του 19ου αιώνα η πόλη ήταν Εβραϊκή τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο.

Το 1855 στο Ιάσιο εκδόθηκε η πρώτη εφημερίδα σε γλώσσα Γίντις, η Korot Haitim και το 1876 αναμβισβήτητα ανέβηκε η πρώτη θεατρική παράσταση σε αυτή, έργο του Αμπραχαμ Γκολντφάντεν. Οι στίχοι του Χατικβά, του εθνικού ύμνου του Ισραήλ, γράφτηκαν στο Ιάσιο από το Ναφταλί Χερζ Ιμπέρ. Οι Εβραίοι μουσικοί του Ιασίου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της παράδοσης των Ασκεναζιτών Εβραίων, ως εκτελεστές και συνθέτες.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1930, με πληθυσμό 34.662 (περίπου 34% του πληθυσμού της πόλης) οι Εβραίοι ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη εθνική ομάδα του Ιασίου. Υπήρχαν πάνω από 127 συναγωγές. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1947 ζούσαν στο Ιάσιο περίπου 38.000 Εβραίοι. Λόγω μαζικής μετανάστευσης στο Ισραήλ, το 1975 ζούσαν στο Ιάσιο περίπου 3.000 Εβραίοι και τέσσερις συναγωγές ήταν ενεργές.

Σήμερα το Ιάσιο έχει ένα φθίνοντα Εβραϊκό πληθυσμό 300 ως 600 μελών και δύο συναγωγές που λειτουργούν, εκ των οποίων η μ.ια, η Μεγάλη Συναγωγή του 1671, είναι η παλαιότερη επιβιώνουσα της Ρουμανίας.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος

Κατά τον πόλεμο, ενώ η πλήρης κλίμακα του Ολοκαυτώματος παρέμενε γενικά άγνωστη στις Συμμαχικές Δυνάμεις, το πογκρόμ του Ιασίου υπήρξε ένα από τα γνωστά παραδείγματα της βαρβαρότητας του Άξονα απέναντι στους Εβραίους. Το πογκρόμ διήρκεσε από τις 29 Ιουνίου ως τις 6 Ιουλίου 1941 και πάνω από 13.266 άνθρωποι, ή το ένα τρίτο του ΕβραΊκού πληθυσμού, σφαγιάστηκαν στο ίδιο το πογκρόμ ή στη συνέχεια και πολλοί απελάθηκαν.

Το Μάιο του 1944 το Ιάσιο έγινε θέατρο σφοδρών μαχών μεταξύ Ρουμανικών-Γερμανικών δυνάμεων και του προελαύνοντος Σοβιετικού Κόκκινου Στρατού και η πόλη υπέστη μερική καταστροφή. Η Γερμανική Μεραρχία Großdeutschland πέτυχε μια αποφασιστική νίκη στη Μάχη του Τίργκου Φρούμος, κοντά στο Ιάσιο, που έγινε αντικείμενο πολλών μελετών του ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Στις 20 Αυγούστου 1944 το Ιάσιο καταλήφθηκε από τις Σοβιετικές δυνάμεις.

Μεταπολεμική εποχή

Το Ιάσιο γνώρισε ένα μεγάλο κύμα εκβιομηχάνισης το 1955-1975. Την περίοδο αυτή δέχθηκε πολλούς μετανάστες από αγροτικές περιοχές και η αστική περιοχή επεκτάθηκε. Την κομμουνιστική περίοδο το Ιάσιο εμφάνισε αύξηση πληθυσμού 235% και η περιοχή του 69%. Ομως η οικιστική ανάπτυξη ήταν συχνά αυθαίρετη με τις συνεπαγόμενες δυσλειτουργίες.

Το 1989 το Ιάσιο είχε σε σημαντικό βαθμό εκβιομηχανιστεί με 108.000 εργαζόμενους (που αντιπροσώπευαν το 47% του εργατικού δυναμικού) σε 46 μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις σε διάφορες βιομηχανίες : χημικές, φαρμακευτικές, μεταλλουργικές, βαρέος εξοπλισμού, ηλεκτρονικές, υφασμάτων, τροφίμων, ενέργειας, δομικών υλικών και επίπλων.

Γεωγραφία

Ευρισκόμενο στη Βορειοανατολική Ρουμανία, μεταξύ της κορυφογραμμής του Ιασίου (Ρουμανικά : Coasta Iașilor)(του βορειότερου λοφώδους σχηματισμού του Οροπέδίου Μπίρλαντ) και της Πεδιάδας του Γίγια, το Ιάσιο υπήρξε το σταυροδρόμι των εμπορικών δρόμων που περνούσαν από τη Μολδαβία, προερχόμενοι από το Βασίλειο της Πολωνίας, τη Μοναρχία των Αψβούργων, την Τσαρική Ρωσία και την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη βρίσκεται στον ποταμό Βαχλούι, παραπόταμου του Γίγια (παραπόταμου του Προύθου). Η γύρω ύπαιθρος αποτελείται από υψίπεδα και δάση, με μοναστήρια και πάρκα. Το ίδιο το Ιάσιο βρίσκεται ανάμεσα σε αμπελώνες και κήπους, εν μέρει πάνω σε λόφους και εν μέρει στις μεταξύ αυτών κοιλάδες.

Αποτελεί κοινή πεποίθηση όι το Ιάσιο είναι χτισμένο σε επτά λόφους (Ρουμανικά :coline): Cetățuia, Galata, Copou-Aurora, Bucium-Păun, Șorogari, Repedea και Breazu, προκαλώντας συγκρίσεις με τη Ρώμη. Από το Βουκουρέστι, πρωτεύουσα της χώρας, απέχει 325 χλμ. (σε ευθεία γραμμή) και 585 σε σιδηροδρομική.

Για περισσότερες πληροφορίες δείτε εδώ